Home / Αρχική Σελίδα / Η επίδραση της μέτρησης του c-πεπτιδίου κατά τη διάρκεια της τακτικής παρακολούθησης σε ασθενείς με κλινική διάγνωση Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1

Η επίδραση της μέτρησης του c-πεπτιδίου κατά τη διάρκεια της τακτικής παρακολούθησης σε ασθενείς με κλινική διάγνωση Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1

Foteinopoulou E, Clarke CAL, Pattenden RJ, Ritchie SA, McMurray EM, Reynolds RM, Arunagirinathan G, Gibb FW, McKnight JA, Strachan MWJ. Impact of routine clinic measurement of serum C-peptide in people with a clinician-diagnosis of type 1 diabetes. Diabet Med. 2021;38(7):e14449. doi: 10.1111/dme.14449. 

 

Η ορθή ταξινόμηση του σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) είναι καθοριστικής σημασίας για τον ασθενή, καθώς οι διαφορετικές μορφές διαβήτη απαιτούν και διαφορετική αντιμετώπιση. Ως εκ τούτου, η λανθασμένη διάγνωση μπορεί να οδηγήσει σε μη απαραίτητη χρήση ινσουλίνης για πολλά έτη. Παραδοσιακά, η κλινική ταξινόμηση του ΣΔ βασίζεται σε κριτήρια όπως η ηλικία εμφάνισης, το σωματικό βάρος και η παρουσία κέτωσης. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι τα παραπάνω κριτήρια είναι συχνά ασαφή και μπορεί να συμβάλλουν σε λανθασμένη διάγνωση (1). Επίσης, η παρουσία αυτοαντισωμάτων μπορεί να μην είναι πάντοτε ανιχνεύσιμη κατά τη στιγμή της διάγνωσης σε άτομα με ΣΔ1, ενώ ψευδώς θετικά αποτελέσματα μπορεί να υπάρξουν, ειδικά σε περιπτώσεις που ανευρίσκεται μόνο ένας τύπος αυτοαντισωμάτων σε χαμηλό τίτλο (2).

O προσδιορισμός του c-πεπτιδίου παρέχει μία εκτίμηση της εναπομείνασας ενδογενούς έκκρισης ινσουλίνης, ειδικά όταν αυτό προσδιοριστεί τουλάχιστον 3 έτη μετά την εμφάνιση του ΣΔ (3). Χαμηλά επίπεδα c-πεπτιδίου συνήθως υποδηλώνουν ΣΔ1, ενώ επαρκής ενδογενής έκκριση χαρακτηρίζει τον ΣΔ2, μπορεί όμως και να παραπέμπει σε μονογονιδιακό διαβήτη (MODY) (4).

Ο σκοπός της συγκεκριμένης εργασίας ήταν να καταδείξει την επίπτωση της μέτρησης του c-πεπτιδίου στη διάγνωση και τη θεραπεία ατόμων που είχαν λάβει από το γιατρό τους αρχική διάγνωση ΣΔ1 και παρακολουθούνταν σε διαβητολογικό κέντρο του Ηνωμένου Βασιλείου (Εδιμβούργο).

Συνολικά 859 ασθενείς με διάρκεια ΣΔ τουλάχιστον 3 έτη υπό αγωγή με ινσουλίνη εντάχθηκαν στη μελέτη. Όσοι είχαν τιμές c-πεπτιδίου < 200 pmol/L θεωρήθηκαν ως έχοντες σοβαρή ινσουλινοπενία, συμβατή κυρίως με τη διάγνωση ΣΔ1, και δεν αξιολογήθηκαν περαιτέρω. Όσοι είχαν τιμές > 900 pmol/L θεωρήθηκε ότι είχαν ΣΔ2 (με εξαίρεση όσους είχαν σοβαρή ινσουλινοαντίσταση, οπότε και διερευνήθηκαν για γενετικά σύνδρομα). Όσοι είχαν τιμές από 200 έως 900 pmol/L υπεβλήθησαν σε περαιτέρω έλεγχο προκειμένου να ανευρεθεί το ακριβές αίτιο του ΣΔ. Το πρώτο βήμα στον αλγόριθμο ήταν η παρουσία αυτοαντισωμάτων. Άτομα με ένα είδος αυτοαντισωμάτων σε υψηλό τίτλο ή με παραπάνω από ένα είδος σε χαμηλούς τίτλους θεωρήθηκαν ως ΣΔ1. Όσοι ήταν θετικοί για ένα είδος αυτοαντισωμάτων σε χαμηλό τίτλο αξιολογήθηκαν με το Exeter Type 1 Diabetes/Type 2 Diabetes Prediction Model (T1GRS). Οι ασθενείς που με βάση ένα μοντέλο πολλαπλών παραμέτρων (ηλικία διάγνωσης, Δείκτης Μάζας Σώματος, θετικότητα για GADA και ΙΑ2Α και T1GRS) θεωρήθηκε ότι είχαν <50% πιθανότητα να έχουν ΣΔ1, υπεβλήθησαν σε γενετικό έλεγχο για MODY. Αν αυτός ήταν αρνητικός, ταξινομήθηκαν ως ΣΔ2.

Η εφαρμογή του παραπάνω αλγορίθμου οδήγησε στην αναταξινόμηση του τύπου του ΣΔ στο 6.8% των συμμετεχόντων (58 άτομα). Η πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων (44 άτομα, 5.1%) αναταξινομήθηκε ως ΣΔ2, ενώ 14 άτομα (1.6%) βρέθηκαν να έχουν μονογονιδιακό ΣΔ. 13 ασθενείς (1.5%) σταμάτησαν την ινσουλινοθεραπεία, ενώ 16 άτομα (1.9%) βελτίωσαν τον γλυκαιμικό τους έλεγχο σαν αποτέλεσμα της προσθήκης στην ινσουλίνη άλλων αντιδιαβητικών παραγόντων. Το μέσο κόστος της παραπάνω αξιολόγησης ανά ασθενή ήταν μόλις 30 €, ενώ το κόστος της ινσουλινοθεραπείας στους ασθενείς με MODY που τη διέκοψαν υπολογίζεται στα 64000 €.

Συμπερασματικά, η συγκεκριμένη μελέτη αναδεικνύει το σημαντικό πρόβλημα της λανθασμένης ταξινόμησης (και ως εκ τούτου της μη ενδεδειγμένης θεραπείας) μίας σημαντικής μερίδας ασθενών με ΣΔ, γεγονός που έχει σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τους ίδιους, όσο και για τα συστήματα υγείας (οικονομικό κόστος και κόστος επιπλοκών). Ο προσδιορισμός του c-πεπτιδίου αποτελεί μία εύκολη, πρακτική και οικονομική εξέταση που μπορεί να βοηθήσει στη σωστή κατηγοριοποίηση των ατόμων με διαβήτη.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Shepherd M, Hattersley AT. ‘I don’t feel like a diabetic any more’: the impact of stopping insulin in patients with maturity onset diabetes of the young following genetic testing. Clin Med.  004;4:144-147
  2. Hope SV, Wienand-Barnett S, Shepherd M, et al. Practical Classification Guidelines for Diabetes in patients treated with insulin: a cross-sectional study of the accuracy of diabetes diagnosis. Br J Gen Pract. 2016; 66:e315-322.
  3. Bingley PJ, Bonifacio E, Williams AJ, Genovese S, Bottazzo GF, Gale EA. Prediction of IDDM in the general population: strategies based on combinations of autoantibody markers. Diabetes. 1997; 46:1701-1710.
  4. Jones AG, Hattersley AT. The clinical utility of C-peptide measurement in the care of patients with diabetes. Diabet Med. 2013; 30:803-817.
  5. Chou WC, Chou YY, Pan YW, Tsai MC. Is Non-Stimulated C-Peptide at Diagnosis a Good Predictive Value for Insulin Use at Two Years after Diagnosis in Pediatric Diabetic Patients? Medicina (Kaunas). 2021; 57:902.
Top