Home / Βιβλιογραφική Ενημέρωση / Η επίδραση της ολικής ομοκυστεΐνης ορού στην μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα ασθενών με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο.

Η επίδραση της ολικής ομοκυστεΐνης ορού στην μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα ασθενών με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο.

1Φούσας Στέφανος, 1Ζαΐρης Μιχάλης, 1Μακρυγιάννης Σταμάτης, 1Μανουσάκης Σταύρος, 1Πατσουράκος Νικόλαος, 1Αδαμοπούλου Ευδοκία, 1Μπελντέκος Δημήτριος, 2Μελιδώνης Ανδρέας, 1Χαντανής Στέλιος, 1Μανώλης Αθανάσιος, 1Χατζησάββας Ιωάννης, 1Αργυράκης Σπύρος 1Καρδιολογική Κλινική, 2Διαβητολογικό Κέντρο,  «Τζάνειο» Νοσοκομείο Πειραιά

International Journal of Cardiology xx (2007)xxx-xxx

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σημαντικά αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης ορού παρατηρούνται σε ασθενείς με ομοκυστεϊνουρία, μια γενετικά καθορισμένη ενζυμική διαταραχή στο μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης. Η διαταραχή αυτή συνδέεται με πρόωρη και γρήγορα εξελίξιμη αγγειακή νόσο. Έτσι έχει δημιουργηθεί η υπόθεση ότι αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης ορού μπορεί να έχουν προγνωστική αξία στο ευρύ φάσμα εκδηλώσεων της στεφανιαίας νόσου.
Σκοπός της μελέτης αυτής είναι η εκτίμηση της πιθανής ανεξάρτητης επίδρασης της ομοκυστεΐνης ορού στην μακροπρόθεσμη αγγειακή θνητότητα τόσο σε ασθενείς με Οξύ Έμφραγμα Μυοκαρδίου (STEMI)  όσο και σε ασθενείς με Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο χωρίς ανάσπαση του ST (NSTE-ACS).
Για την μελέτη αυτή χρησιμοποιηθήκαν στοιχεία από 458 διαδοχικούς ασθενείς με STEMI και 476 με NSTE-ACS οι οποίοι προσήλθαν στο νοσοκομείο τις πρώτες 12 και 24 ώρες από την έναρξη του άλγους. Οι τιμές της ομοκυστεΐνης ορού κατά την προσέλευση των ασθενών χωρίστηκαν σε τριτημόρια και δημιουργήθηκαν, με βάση τα τριτημόρια αυτά υποομάδες ασθενών για κάθε ομάδα αυτών. Η πρώιμη (τις πρώτες 30 ημέρες από το επεισόδιο) και η μακροπρόθεσμη (από την 31η ημέρα έως το τέλος του 5ου έτους παρακολούθησης) καρδιοαγγειακή θνητότητα αποτέλεσε το καταληκτικό σημείο της μελέτης αυτής.
Δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην καρδιοαγγειακή θνητότητα μεταξύ των τριτημορίων ομοκυστεΐνης κατά τις πρώτες 30 ημέρες τόσο στην ομάδα των ασθενών με STEMI (p=0.3) όσο και σε αυτήν των ασθενών με NSTE-ACS (p=0.5). Στατιστικά σημαντική διαφορά στην μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα υπήρξε μεταξύ των ασθενών του υψηλότερου τριτημορίου επιπέδων ομοκυστεΐνης και των υπολοίπων δύο (πρώτου και δεύτερου τριτημορίου) τόσο για τους ασθενείς με STEMI (p<0.001) όσο και για την ομάδα των ασθενών με NSTE-ACS (p=0.001) χωρίς προσαρμογή ως προς τους άλλους παράγοντες κινδύνου. Οι διαφορές αυτές στην μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα μεταξύ των τριτημορίων ομοκυστεΐνης εξαλείφονταν όταν γινόταν προσαρμογή ως προς τους άλλους παράγοντες κίνδυνου και στις δύο ομάδες ασθενών. Η ομοκυστεΐνη ορού ως συνεχής μεταβλητή, είχε  στατιστικά σημαντική συσχέτιση (p<0.001) με την μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα στην μονοπαραγοντική ανάλυση κατά Cox και στις δύο ομάδες ασθενών, ενώ δεν υπήρχε ανάλογη σημαντική συσχέτιση στην πολυπαραγοντική κατά Cox ανάλυση (p=0.8 για την ομάδα των ασθενών με STEMI και p=1 για την ομάδα των ασθενών με NSTE-ACS).
Από τα στοιχεία της μελέτης αυτής προκύπτει ότι η ομοκυστεΐνη ορού κατά την εισαγωγή ασθενών με STEMI ή NSTE-ACS δεν αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα της μακροπρόθεσμης καρδιοαγγειακής θνητότητας αλλά παραμένει δείκτης κινδύνου όπως έχει αποδείξει μετααναλύση προοπτικών μελετών (JAMA 2002;288:2015 και BMJ 2002; 325:1202) στην  οποία φάνηκε ότι αύξηση των συγκεντρώσεων ορού της ομοκυστεΐνης κατά 5μmol/lt αυξάνει κατά 16% τον κίνδυνο καρδιοαγγειακών συμβαμάτων και στα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη.

Top