Home / Βιβλιογραφική Ενημέρωση / Η περιεκτικότητα του ήπατος σε λίπος είναι αυξημένη και υποεκτιμάται από τα επίπεδα της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης του ορού σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με ισοδύναμης παχυσαρκίας άτομα χωρίς διαβήτη.

Η περιεκτικότητα του ήπατος σε λίπος είναι αυξημένη και υποεκτιμάται από τα επίπεδα της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης του ορού σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με ισοδύναμης παχυσαρκίας άτομα χωρίς διαβήτη.

Liver fat is increased in type 2 diabetic patients and underestimated by serum alanine aminotransferase compared with equally obese nondiabetic subjects.

Kotronen A, Juurinen L, Hakkarainen A, Westerbacka J, Cornér A, Bergholm R, Yki-Järvinen H.

Diabetes Care 2008; 31:165-9

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για μελέτη προερχόμενη από το Ελσίνκι, η οποία ως σκοπό έχει να διευκρινίσει το κατά πόσον οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ συγκριτικά με άτομα χωρίς διαβήτη, εξομοιωμένα ως προς ηλικία, φύλο και BMI καθώς επίσης και το κατά πόσο τα ηπατικά ένζυμα (αλανινική αμινοτρανσφεράση του ορού [S-ALT] και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση του ορού [S-AST]) σχετίζονται κατά όμοιο τρόπο με την περιεκτικότητα του ήπατος σε λίπος στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και στα φυσιολογικά άτομα. ΜΕΘΟΔΟΙ: Μελετήθηκαν 70 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και 70 άτομα χωρίς διαβήτη, εξομοιωμένα ως προς ηλικία, φύλο και BMI. Μετρήθηκαν η περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ ((1)H-μαγνητική φασματοσκοπία), η κατανομή λίπους στο σώμα (μαγνητικός συντονισμός) και βιοχημικές παράμετροι αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 είχαν, κατά μέσο όρο, 80% περισσότερο λίπος στο ήπαρ και 16% περισσότερο ενδοκοιλιακό λίπος από ότι τα άτομα χωρίς διαβήτη. Η διαφορά στην περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ μεταξύ των δύο ομάδων παρέμενε στατιστικά σημαντική και μετά διόρθωση-εξομοίωση για ενδοκοιλιακό λίπος (P < 0.05). Για κάθε τιμή BMI ή περιμέτρου μέσης, οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 είχαν μεγαλύτερη περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ από τα άτομα χωρίς διαβήτη. Η ινσουλίνη νηστείας (r = 0.55, P < 0.0001), η γλυκόζη νηστείας (r = 0.29, P = 0.0006), η A1C (r = 0.34, P < 0.0001), τα τριγλυκερίδια νηστείας (r = 0.36, P < 0.0001), και η HDL χοληστερόλη νηστείας (r = -0.31, P = 0.0002) συσχετίζονταν με την περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ κατά τον ίδιο τρόπο και στις δύο ομάδες. Η κλίση συσχέτισης μεταξύ S-ALT και περιεκτικότητας λίπους στο ήπαρ διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων (P = 0.004). Η περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ δεν διέφερε μεταξύ των ομάδων στις μικρές συγκεντρώσεις S-ALT (10-20 units/l) άλλα ήταν 70-200% μεγαλύτερη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς διαβήτη στις συγκεντρώσεις S-ALT μεταξύ 50-200 units/l. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έχουν 80% περισσότερο λίπος στο ήπαρ από ότι άτομα χωρίς διαβήτη ίδιας ηλικίας, φύλου και βάρους. Η S-ALT υποεκτιμά την περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Σημείωση μεταφραστή: Η σχέση του διαβήτη με τη μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος είναι πια ευρέως γνωστή. Η κατάσταση αυτή είναι πολύ συχνή και δεν είναι τόσο αθώα. Όταν υπάρξει φλεγμονή στο ηπατοκύτταρο, οπότε πρόκειται πλέον περί στεατοηπατίτιτδας, μπορεί η ηπατική νόσος να εξελιχθεί μέχρι τελικού σταδίου ηπατικής κιρρώσεως και ανάπτυξη απ’ αυτής ηπατοκυτταρικού καρκίνου. Θα ήταν λοιπόν πιθανώς σκόπιμο να αναζητούμε τη λίπωση στο ήπαρ και να παρακολουθούμε τα επίπεδα των αμινοτρανσφερασών (έστω και αν, με βάση το άρθρο, υποεκτιμούν την περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ) διότι αντικατοπτρίζουν τη φλεγμονή και υποδεικνύουν τα άτομα στα οποία η επιτήρηση πρέπει να είναι στενότερη για πρώιμη διάγνωση ηπατικής νόσου.

Top