Home / Βιβλιογραφική Ενημέρωση / Η σχέση του κλινικού οφέλους που προκύπτει από αύξηση της HDL σε σχέση με τα αρχικά επίπεδα της LDL σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο (από τη μελέτη Bezafibrate Infarction Prevention Trial).

Η σχέση του κλινικού οφέλους που προκύπτει από αύξηση της HDL σε σχέση με τα αρχικά επίπεδα της LDL σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο (από τη μελέτη Bezafibrate Infarction Prevention Trial).

Goldenberg I, Benderly M, Sidi R, Boyko V, Tenenbaum A, Tanne D, Behar S.

Relation of clinical benefit of raising high-density lipoprotein cholesterol to serum levels of low-density lipoprotein cholesterol in patients with coronary heart disease (from the Bezafibrate Infarction Prevention Trial). Am J Cardiol 2009; 103: 41-5.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Τα χαμηλά επίπεδα HDL θεωρούνται ισχυρός ανεξάρτητος προγνωστικός παράγων κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε για να εκτιμηθεί η σχέση του κλινικού οφέλους που θα προέκυπτε από αύξηση της HDL ανάλογα με τα επίπεδα της LDL που είχαν ασθενείς με στεφανιαία νόσο κατά την ένταξη σε μελέτη θεραπευτικής παρέμβασης για την HDL και τα τριγλυκερίδια. Τα επίπεδα της LDL κατά την ένταξη κατηγοριοποιήθηκαν με βάση τα κριτήρια του National Cholesterol Education Program Adult Treatment Panel III. Ως χαμηλά ορίστηκαν επίπεδα LDL <=129 mg/dl, ως ενδιάμεσα επίπεδα LDL 130-159 mg/dl και ως υψηλά, επίπεδα LDL >=160 mg/dl. Ο κίνδυνος εμφάνισης μείζονος καρδιαγγειακού συμβάματος (ως τέτοιο στην παρούσα μελέτη ορίστηκε το ΟΕΜ ή ο θάνατος από καρδιακό αίτιο) κατά τη (διάμεση) διάρκεια 7,9 ετών παρακολούθησης σε 3.020 ασθενείς με στεφανιαία νόσο που συμμετείχαν στη μελέτη Bezafibrate Infarction Prevention (BIP) trial σχετιζόταν με τις μεταβολές στα επίπεδα των λιπιδίων κατά τη διάρκεια της μελέτης. 

 Η πολυπαραγοντική ανάλυση κατέδειξε ότι το όφελος από την άνοδο της HDL ήταν εμφανέστερο σε ασθενείς με χαμηλά επίπεδα LDL (<=129 mg/dl) κατά την ένταξη (μείωση του κινδύνου κατά 29% ανά 5 mg/dl αύξηση της HDL, p = 0.02). Το όφελος από την άνοδο της HDL ήταν ενδιάμεσο σε ασθενείς με «ενδιάμεσα» επίπεδα LDL (130 – 159 mg/dl) (μείωση του κινδύνου κατά 13% ανά 5 mg/dl αύξηση της HDL, p = 0.03). Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντικό όφελος από την άνοδο της HDL σε ασθενείς με υψηλά επίπεδα LDL (>=160 mg/dl) (hazard ratio 0.94, 95% confidence interval 0.75 έως 1.17, p = 0.14). 

 Παρεμφερής σχέση δείχθηκε μεταξύ μείωσης των τριγλυκεριδίων και κλινικού οφέλους. Συμπερασματικά, τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι η κλινική απάντηση στην τροποποίηση της HDL και των τριγλυκεριδίων είναι αντιστρόφως ανάλογη των επιπέδων της LDL στο ξεκίνημα της αγωγής. Έτσι η συνδυαστική εκτίμηση των επιπέδων των λιπιδίων στο ξεκίνημα της αγωγής και κατά τη διάρκειά της σε ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα μπορεί να δώσει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη δευτερογενή πρόληψη που βασίζεται κυρίως στην τροποποίηση της LDL.

Top